Showing posts with label griots. Show all posts
Showing posts with label griots. Show all posts

Monday, December 15, 2008

Wie ist es nur so weit gekommen?


“Πως έφτασαν ως εδώ τα πράγματα;”


Η Αμάντα Μιχαλοπούλου, σε ένα άρθρο της στη Tagesspiegel (14.12) γράφει ότι όλη η Ευρώπη θα χρειαστεί να απαντήσει αυτή την ερώτηση αργά ή γρήγορα, αλλά η Ελλάδα θα πρέπει να την απαντήσει πριν από όλους. Αυτή είναι η ερώτηση που μαζί της ρωτάνε και τα περισσότερα διεθνή και εγχώρια media την τελευταία εβδομάδα, και την οποία βιαστικά προσπαθούν να απαντήσουν παραθέτοντας ένα πεπερασμένο αριθμό από στοιχεία και στερεότυπα. Μία σημαντική ερώτηση σίγουρα, για την οποία όμως είναι αργά ή νωρίς. Η ερώτηση αυτή τη στιγμή δεν είναι η παραπάνω, η πλέον σημαντική ερώτηση τώρα είναι εάν ο κύριος στο ταμείο του σούπερ-μάρκετ θα πληρώσει για τις γαμωσοκολάτες του ή όχι.




Μια φανταστική ιστορία.


Ένας κύριος μπαίνει μέσα σε ένα σουπερμάρκετ. Μπήκε για να αγοράσει σοκολάτες: για τους φίλους του ή για τη γυναίκα του με την οποία τσακώθηκε χθες ή για τα παιδιά του που τις λατρεύουν ή για εκείνο το στοίχημα που έχασε με τους συναδέλφους του στο γραφείο. Ρίχνει τις σοκολάτες στο καλάθι του μαζί με άλλα δυο-τρία μικροπράγματα και πάει στο ταμείο. Εκεί, και ενώ βγάζει τα προϊόντα από το καλάθι του, αντιμετωπίζει την πλέον περίεργη των σκηνών. Μια ομάδα ανθρώπων, οι λεγόμενοι καταληψίες, έχουν μπει μέσα στο σουπερμάρκετ προκειμένου να ανανεώσουν τις προμήθειες τους σε τρόφιμα. Δεν πληρώνουν για τα πράγματα που πήραν και, καθώς δεν υπάρχει κανείς για να τους σταματήσει, ούτε προσπαθούν να κρύψουν την λεία τους, ούτε τρέχουν για να ξεφύγουν. Καθώς περνάνε δίπλα από το ταμείο στο οποίο βρίσκεται ο κύριος με τις σοκολάτες τον κοιτάνε με την ίδια περίπου περιέργεια με την οποία τους κοιτάζει και αυτός. Ο νεαρός που κάθεται στο ταμείο τους κοιτάζει όλους κλεφτά, ενώ είναι έτοιμος να χρεώσει τις σοκολάτες του κυρίου. Τότε ξαφνικά, ένας από τους καταληψίες λέει στον κύριο: “Μην τις πληρώσεις. Πάρε τις γαμωσοκολάτες σου και φύγε, έλα μαζί μας .”


Σιωπή πέφτει στην σκηνή, όλα παγώνουν. Ο νεαρός στο ταμείο κοιτάζει τον κύριο, οι καταληψίες κοιτάζουν τον κύριο και τον νεαρό στο ταμείο, ο κύριος κοιτάζει τις σοκολάτες. Κανείς δεν μιλάει. Αλλά, αυτή η περίοδος σιωπής, η οποία έχει την χροιά της αιωνιότητας, στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μία μόνο στιγμή. Πολύ σύντομα οι καταληψίες θα φύγουν – πεινασμένοι άνθρωποι τους περιμένουν πίσω στην κατάληψη. Πολύ σύντομα ο κύριος με το γαλάζιο πουκάμισο που στην πλάτη γράφει security θα ξαναεμφανιστεί στην πόρτα του σούπερ-μάρκετ – και τότε ο νεαρός στο ταμείο μάλλον θα αρχίσει να ξαναπατάει το κουμπί «βοήθεια» στο πληκτρολόγιο του. Ο κύριος με τις σοκολάτες έχει στην πραγματικότητα ελάχιστο χρόνο για να λύσει το δίλημμα του. Και ασφαλώς δεν είναι εύκολο δίλημμα. Θα πρέπει να αποφασίσει δίχως να λάβει υπ’ όψη του όλες τις παραμέτρους και τις συνέπειες. Μπορεί για παράδειγμα να ξέρει, όπως μπορεί και όχι, ότι εάν αποφασίσει να φύγει χωρίς να πληρώσει, τουλάχιστον το μέλλον των σοκολατών στα ράφια του σούπερ-μάρκετ, είναι αβέβαιο. ‘Ισως και το μέλλον των ραφιών, ίσως και του ίδιου του σούπερ-μάρκετ. Τώρα, η απόφαση θα πρέπει να ληφθεί στον απλό άξονα του ναι ή όχι. Και όμως, από την απάντηση που θα δώσει στην ερώτηση, εξαρτώνται πάρα πολλά. Διότι η άρνηση του να πληρώσει για τις σοκολάτες του, είναι άρνηση σχεδόν όσων διδάχτηκε στη ζωή του. Ο κύριος έχει μάθει καλά ότι πρέπει να πληρώνει για τις σοκολάτες του. Ακόμα και αν δεν πληρώνει τους φόρους του λοιπόν, έχει διδαχθεί ότι εάν δεν πληρώσει τις σοκολάτες του, η τάξη του σύμπαντος, αν όχι και το ίδιο το σύμπαν, θα καταρρεύσει. Και μάλλον έτσι είναι, μάλλον κάτι θα καταρρεύσει, ακριβώς όπως τον δίδαξαν. Η απάτη εδώ βρίσκεται, ως συνήθως, στα άρθρα: θα καταρρεύσει ένα σύμπαν, όχι το σύμπαν. Έτσι, αυτό το οποίο τίθεται υπό αμφισβήτηση από τον κύριο που κοιτάζει τις σοκολάτες στο ταμείο, είναι στη πραγματικότητα ο αυτόματος πιλότος. Αυτός που οδηγούσε το χέρι του ως τώρα στο να βγάζει από το πορτοφόλι του το ακριβές ποσό που αναγράφονταν στο προϊόν, αυτός που όταν δεν έβρισκε το ακριβές ποσό στο πορτοφόλι του, τον οδηγούσε στο να λέει ‘Γαμώτο. Θα ξαναπροσπαθήσω αργότερα.’ Στην λαμπρή αυτή στιγμή της επιλογής διακυβεύονται τα πάντα. Και έτσι αυτή είναι η μόνη ερώτηση που στ’ αλήθεια χρειάζεται να απαντήσει τώρα. Ερωτήσεις όπως ‘πώς έφτασε η κατάσταση ως εδώ’, θα συζητηθούν αργότερα. Από την απάντηση όμως στο δίλημμα του κυρίου με τις σοκολάτες, θα εξαρτηθούν τα πάντα σχετικά με την συζήτηση του ‘πώς φτάσαμε εδώ’ : από το ποιοι θα έχουν λόγο στη συζήτηση αυτή μέχρι το τι αλλαγές θα προκαλέσουν τα συμπεράσματα της.